Με το Γιώργο Κούμπα συναντηθήκαμε για πρώτη φορά το 1986. Ερχόμενος στην Ελλάδα, ύστερα από πολλά χρόνια στους Lloyd’s του Λονδίνου, ήταν η πρώτη μου επαγγελματική συνάντηση. Αυτό που με εντυπωσίασε αμέσως, ήταν η βαθιά γνώση που είχε, πρωτοφανής για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, σχετικά με την αγορά του Λονδίνου και τους Lloyd’s. Έπειτα, μέσα από τη συζήτησή μας, αναδύθηκε ως πρώτη ανάγκη για την αγορά μας, η δημιουργία ενός φορέα αντιπροσώπευσης των Μεσιτών Ασφαλίσεων. Εντυπωσιάστηκα για ακόμη μια φορά, από την ευρύτητα των επαγγελματικών του γνώσεων, τη διορατικότητα και την αναφορά του σε νέες αγορές και προϊόντα. Από το 1986 που γνωριστήκαμε λοιπόν, και για τα επόμενα δύο έτη, οι συναντήσεις μας είχαν πάντοτε κύριο θέμα τη δημιουργία του Συνδέσμου Ελλήνων Μεσιτών, με αποκορύφωμα το 1988, όταν ιδρύθηκε ο ΣΕΜΑ. Για τριάντα δύο συναπτά έτη (1988- 2020), ο αγαπητός Γιώργος ήταν παρών σχεδόν σε όλα τα διοικητικά συμβούλια του Συνδέσμου, με κινητήρια δύναμη την πίστη και την αγάπη του του για το λειτούργημα που υπηρετούσε. Αυτή ήταν ακριβώς η στάση, που ήθελε να μεταδώσει στα μέλη του ΔΣ και κατ’ επέκταση στα μέλη του ΣΕΜΑ. Ακόμα και όταν δεν ήταν μέλος του ΔΣ, εκείνος συνέχιζε να είναι παρών. Σε όλες τις διοικήσεις του Συνδέσμου, ο Γιώργος κατάφερνε να φέρνει στο τραπέζι τη μεγάλη εικόνα. Ήταν πάντοτε συγκροτημένος κι ο λόγος του ενωτικός και προοδευτικός. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μετά την ολοκλήρωση των ΔΣ, συνεχίζαμε την κουβέντα μας επί παντός επιστητού. Μέσα από αυτές τις συζητήσεις γνώρισα εξάλλου και τις άλλες του αγάπες: την Αρχαιολογία, την Τέχνη και το νησί του. Φυσικά, δεν θα ξεχάσω ποτέ την επιμονή του να συζητάμε για το ίδιο καίριο θέμα: αν ο μαθητής όταν είναι ώριμος συναντά το δάσκαλο ή αν ο δάσκαλος συναντά τον μαθητή.
Ο Γιώργος ήταν ένα πολύ δυνατό επιχειρηματικό μυαλό. Όντας δεινός επιχειρηματίας, πίστευε βαθιά μέσα του ότι η ένωση και η συνολική πρόοδος όλων των μεσιτών, ακόμα και αυτών που τον ανταγωνίζονταν, θα δημιουργούσε ευνοϊκές συνθήκες στην αγορά μας. Εργάστηκε συστηματικά και σε συνεργάσθηκε αρμονικά με όλους τους προέδρους και τα μέλη του ΔΣ του ΣΕΜΑ για να αναδειχθεί ο Σύνδεσμος σε αυτό που είναι σήμερα. Είχε μεγαλόπνοα σχέδια για τον ΣΕΜΑ. Ουσιαστικά, ο σύνδεσμός μας αποτελούσε για τον ίδιο ένα μεγάλο μέρος της επαγγελματικής του δραστηριότητάς. Σήμερα, μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι στο μυαλό του Γιώργου συνυπήρχαν η δική του επιχείρηση κι ο ΣΕΜΑ. Ακόμα και όταν κατά τη διάρκεια της προσωπικής μου θητείας, αντιμετώπιζα δύσκολες στιγμές, ο Γιώργος ήταν διαρκώς δίπλα μου. Πάντα πρόθυμος να λειτουργήσει ως θετικός καταλύτης για τη διατήρηση της ενότητας και την εξεύρεση λύσεων προς το κοινό συμφέρον. Ο Γιώργος κατανοούσε πλήρως το ρόλο που καλούνταν να παίξει ο ΣΕΜΑ και προέβαλε πάντα μέσω αυτού, την έννοια της συλλογικότητας. Υποστήριζε έμπρακτα την ποιότητα της επικοινωνίας τόσο εσωτερικά προς τα μέλη, όσο και προς φορείς της Πολιτείας και του Τύπου. Το επικοινωνιακό του χάρισμα ήταν άλλωστε έκδηλο. Ο λόγος του, χωρίς υπεροψίες και ιδιοτέλειες, η πρόθεση του πάντα ψύχραιμη και φιλική και τα επιχειρήματά του βασισμένα σε εμπεριστατωμένες αλήθειες. Κατέθετε πάντα με χαρά στον ΣΕΜΑ, δηλαδή σε όλους εμάς, το δικό του ευρύ προοδευτικό πνεύμα και το απόσταγμα της πολύτιμης εμπειρίας του.
“Αγαπητέ Γιώργο,
Ο ΣΕΜΑ σε τίμησε με τον τίτλο του επίτιμου Αντιπροέδρου, αναγνωρίζοντας τον εξαιρετικά σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισες για τη γέννηση και την ενδυνάμωση του Συνδέσμου μας. Για μένα, από την πρώτη μας γνωριμία μέχρι και που «έφυγες» ένιωθα ότι ήσουν πάντα παρών στα Διοικητικά Συμβούλια του ΣΕΜΑ. Αποφασιστικός, ενωτικός και με το βλέμμα συνεχώς μπροστά. Κι όμως, το ίδιο νιώθω ακόμη και σήμερα… Μήπως, τελικά, δάσκαλος και μαθητής είναι ένα; Εσύ τι λες;”